κόλιντα 1
Γενικά

“Τα Κόλιντα” – Μαθαίνω τα έθιμα του τόπου μου και τα μεταδίδω – Γίνομαι ενεργός πολίτης

Οι μαθητές της Δ΄ τάξης, με αφορμή τη χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου τους, έμαθαν πολλά για τα “Κόλιντα” (τα κάλαντα που λέγονταν στο Ρουμλούκι και σε αρκετά μέρη της Μακεδονίας παλαιότερα) καθώς και για τα κολινταρούδια, τον τουρβά, τη ματσούκα, τα ξυλοκέρατα και την παράδοση που τα ακολουθεί.

Τα παρουσίασαν στη γιορτή του σχολείου, στους συμμαθητές και στους γονείς τους, αναβιώνοντας έτσι το έθιμο του τόπου τους.

Κόλιντα 2

Στο τέλος της παρουσίασης πρόσφεραν στους γονείς, ξηρούς καρπούς και σύκα σε ανάμνηση του φιλοδωρήματος αυτού, που έδιναν οι νοικοκυρές στα κολινταρούδια.

Κόλιντα 3

“ΤΑ ΚΟΛΙΝΤΑ”

Τα κάλαντα στο Ρουμλούκι όπως και σε αρκετά μέρη της Μακεδονίας ονομάζονταν κόλιντα. Στο Ρουμλούκι, τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα ονομάζονταν κολινταρούδια.

παιδιά που λένε κάλαντα

Στον ώμο τους είχαν κρεμασμένο έναν τουρβά (πάνινο σάκο) για να τοποθετούν τους ξηρούς καρπούς και τα σύκα που τους έδιναν οι νοικοκυρές.

τουρβάς

Επίσης, κρατούσαν μία ματσούκα από καλά πελεκημένο χλωρό ξύλο που συμβόλιζε τα ραβδιά των βοσκών στο σπήλαιο της γέννησης. Αυτή τους χρησίμευε για να χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών, να προφυλάσσονται από τα άγρια σκυλιά και να δίνουν ευχές στο σπίτι και τους νοικοκυραίους. Οι Ρουμλουκιώτες, που ήταν ιδιαίτερα προληπτικοί, πίστευαν ότι η ματσούκα μετέδιδε τη δύναμη και τη γεροσύνη της σε ό,τι άγγιζε.  

Ματσούκα

Τα κολινταρούδια προτιμούσαν να επισκέπτονται πρώτα τα σπίτια των πλουσίων, γιατί αν τους έκαναν ποδαρικό, συνήθως έπαιρναν μεγαλύτερο φιλοδώρημα. Απέφευγαν να επισκέπτονται σπίτια με ετοιμοθάνατους και πενθούντες. Όταν έφταναν σε ένα σπίτι στέκονταν στα μπρόστια του σπιτιού και χτυπούσαν την πόρτα με τις ματσούκες φωνάζοντας: «Κόλιντα μπάμπω σύκα κι καρύδια,  ανοίξ’τι τα παραθύρια, ρίξ’τι τα σύκα και τα καρύδια».

Κάλαντα ματσούκες

Μόλις άνοιγε την πόρτα η νοικοκυρά του σπιτιού άρχιζαν να τραγουδούν τα εξής κάλαντα:

«Χριστούγιννα, προυτούγινα, 
πρώτη γιουρτή του χρόνου, 
ιβγάτι, δέστι, μάθιτι, 
πως ου Χριστούς γιννιέτι, 
γιννιέτι κι αναθρέβιτι
μι μέλι κι μι γάλα, 
του μέλι τρών’ οι άρχουντις, 
του γάλα οι αφιντάδις
κι του μιλισσουβότανου, 
του λούζουντι οι κυράδις. 
Κυρά καλή, κυρά χρυσή, 
Κυρά ιβλουγημένη, 
που σι ιβλόγησι ου παπάς
μι του διξί του χέρι. 
Σ’ αυτό το σπίτι που’ρθαμι, 
πέτρα να μην ραγίσει κι ου νοικουκύρης 
του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει. 
Κι του χρόν’.»

Το φιλοδώρημα των νοικοκυραίων προς τα παιδιά που έλεγαν τα κόλιντα ήταν: ξυλοκέρατα (χαρούπια), κουκοσιές (καρύδια), κάστανα, φουντούκια, ξερά σύκα και σπάνια χρήματα.

σελιδα page 0001

Σε όσα σπίτια δεν άνοιγαν την πόρτα για να τους πουν τα κόλιντα, τα παιδιά τους τραγουδούσαν το εξής: «Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμι γιομάτο καλιακούδια, τα μ’σα γιννούν, τα μ’σα κλουσσούν, τα μ’σα τους βγάζ’ν τα μάτια»

Πηγή: Αρβανιτίδης Θεόδωρος Αλεξάνδρεια – παράδοση (Ήθη και έθιμα)